Η συμφωνία, το τρακτέρ και ο αλγόριθμος

Πώς η ΕΕ–Mercosur βρίσκει την ελληνική ύπαιθρο την ώρα που η γεωργία περνάει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης Πρόλογος Τον είδα για λίγα δευτερόλεπτα στην τηλεόραση. Είπε: «εμείς οι νέοι αγρότες, να μείνουμε ή να φύγουμε; Τι μας συμβουλεύει ο πρωθυπουργός;»

Η συμφωνία, το τρακτέρ και ο αλγόριθμος
Η σύγχρονη γεωργία δεν κρίνεται πια στο χωράφι αλλά στην ετοιμότητα του συστήματος να μετατρέπει δεδομένα σε αποφάσεις, και εκεί η Ελλάδα δοκιμάζεται τη στιγμή που ο ανταγωνισμός επιταχύνεται.
Πώς η ΕΕ–Mercosur βρίσκει την ελληνική ύπαιθρο την ώρα που η γεωργία περνάει στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης

Πρόλογος

Τον είδα για λίγα δευτερόλεπτα στην τηλεόραση, σε εκείνη την κατηγορία πλάνων που περνούν γρήγορα αλλά μένουν. Είπε: «εμείς οι νέοι αγρότες, να μείνουμε ή να φύγουμε; Τι μας συμβουλεύει ο πρωθυπουργός;» Η ερώτηση ακούστηκε σαν κραυγή αγωνίας.

Αγωνία νέων αγροτών.
Αγωνία νέων αγροτών.

Και η αλήθεια είναι ότι ένιωσα την ειλικρινή αγωνία του. Όχι ως μια ακόμη αντιπαράθεση για επιδοτήσεις, ούτε ως ένα τεχνικό debate για εμπορικές ρήτρες, αλλά ως κρίση ετοιμότητας. Ο κόσμος της γεωργίας διεθνώς ανεβάζει ρυθμό, επειδή περνάει στα δεδομένα, στην ακριβεία, στην πρόβλεψη, και στη μείωση σπατάλης μέσω τεχνολογίας. Η Ευρώπη, μέσα στη γεωπολιτική της αβεβαιότητα, ενεργοποιεί εμπορικά εργαλεία όπως η συμφωνία ΕΕ–Mercosur, και αυτό αλλάζει τους όρους ανταγωνισμού πιο γρήγορα απ’ ό,τι αλλάζουν οι δομές.

Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται στο σημείο τομής αυτών των δύο κινήσεων. Από τη μία, ένας νέος ρυθμός παραγωγικότητας που απαιτεί οργάνωση, υποδομές και διάχυση τεχνογνωσίας. Από την άλλη, ένα εξωτερικό σοκ ανταγωνισμού που συμπιέζει τον χρόνο προσαρμογής. Το αποτέλεσμα είναι ένα χάσμα που δεν φαίνεται σε μέσους όρους, φαίνεται σε προσωπικές αποφάσεις, και τελικά καταλήγει να γίνεται πολιτική.

Αυτό το άρθρο είναι μια προσπάθεια να περιγράψει το χάσμα ετοιμότητας με τρόπο που να διαβάζεται από τον μέσο αναγνώστη, και να εξηγήσει γιατί η συζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη στη γεωργία δεν είναι “τεχνολογία”, είναι αντοχή, ρυθμός και δυνατότητα παραμονής.


Υπάρχει μια στιγμή, σε κάθε αγροτική κινητοποίηση, που ο θόρυβος χαμηλώνει για λίγα δευτερόλεπτα. Τα τρακτέρ μένουν στη σειρά, οι οδηγοί σταματούν να μιλούν όλοι μαζί, και κάποιος λέει κάτι τόσο απλό που ακούγεται σχεδόν ντροπιαστικά κυριολεκτικό: «Δεν βγαίνει». Η φράση δεν είναι σύνθημα. Είναι ισολογισμός. Είναι η περιγραφή μιας ζωής όπου ο χρόνος, η ενέργεια, οι τιμές και ο καιρός λειτουργούν σαν κρυφά τέλη κυκλοφορίας, και όπου κάθε εξωτερική μεταβολή έχει τη δύναμη να μετατρέψει ένα ήδη λεπτό περιθώριο σε άρνηση του μέλλοντος.

Η Ελλάδα έχει μάθει να βλέπει τον αγρότη όταν η ένταση γίνεται θεατρική. Όταν κλείνει δρόμος. Όταν γεμίζει μια πλατεία. Όταν μια κυβέρνηση αναζητά “εκτόνωση”. Σπανίως βλέπει τον αγρότη ως τον άνθρωπο που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή μιας διεθνούς μετάβασης, στην οποία το βασικό ανταγωνιστικό εργαλείο δεν είναι πια η ποσότητα, ούτε καν η τιμή, αλλά η ικανότητα να μετράς, να προβλέπεις, να βελτιώνεις, να προσαρμόζεσαι γρήγορα.

Την ίδια ώρα, σε γραφεία στις Βρυξέλλες, η συζήτηση για την ΕΕ–Mercosur συχνά ντύνεται με γλώσσα γεωπολιτικής: πρόσβαση σε αγορές, εφοδιαστικές σχέσεις, πρότυπα, στρατηγικές εταιρικές σχέσεις. Η Ευρώπη, μέσα σε έναν κόσμο που δεν εμπνέει ασφάλεια, αγαπά τα εργαλεία που “γράφουν” γρήγορα πάνω στην πραγματικότητα. Η εμπορική πολιτική είναι ένα από αυτά. Ορίζει κανόνες, ανοίγει διαύλους, κάνει την ήπειρο να μοιάζει μεγαλύτερη από το στρατιωτικό της αποτύπωμα.

Στην ελληνική ύπαιθρο, η ίδια συμφωνία διαβάζεται με άλλη γλώσσα. Διαβάζεται ως νέα πίεση. Διαβάζεται ως μια υπόσχεση ότι ο ανταγωνισμός θα γίνει πιο σκληρός, την ώρα που ο κλάδος παλεύει ήδη με υψηλά κόστη και χαμηλή οργάνωση. Σε ρεπορτάζ για την Ελλάδα, παραγωγοί ρυζιού έχουν περιγράψει ότι η προοπτική αδασμολόγητων εισαγωγών τους βάζει μπροστά στο δίλημμα εγκατάλειψης, ενώ καταγράφεται και ένταση κινητοποιήσεων γύρω από το θέμα.

Κάπου εδώ εμφανίζεται ο τρίτος πρωταγωνιστής, ο πιο αόρατος και ο πιο καθοριστικός: ο αλγόριθμος.

💾
Η γεωργία που αλλάζει σήμερα μοιάζει με γεωργία “δεδομένων”

Σε ένα χωράφι, τα περισσότερα πράγματα φαίνονται ακόμα όπως τα θυμόμαστε: χώμα, νερό, εργασία, μηχανήματα. Ο κόσμος της τεχνητής νοημοσύνης μπαίνει πιο σιωπηλά. Με μικρές συσκευές, με εφαρμογές, με δεδομένα που γεμίζουν πίνακες, με “ειδοποιήσεις” που έρχονται στο κινητό.

Ο παραγωγός δεν αγοράζει τεχνητή νοημοσύνη. Αγοράζει μια υπόσχεση: ότι θα ξέρει λίγο νωρίτερα, λίγο ακριβέστερα, λίγο πιο στοχευμένα. Η υπόσχεση αυτή μεταφράζεται σε συγκεκριμένα πράγματα:

  • Στο χωράφι: μια πλατφόρμα που συνδυάζει μετεωρολογικά δεδομένα, υγρασία εδάφους, και εικόνα από δορυφόρο, ώστε να προτείνει άρδευση όταν χρειάζεται, όχι “όταν νομίζουμε”.
  • Στη φυτοπροστασία: κάμερες που αναγνωρίζουν ζιζάνια και ψεκάζουν μόνο εκεί, μειώνοντας το κόστος και τη χημεία.
  • Στη λίπανση: χάρτες που δείχνουν μεταβλητότητα μέσα στο ίδιο χωράφι, ώστε να μην πέφτει λίπασμα ομοιόμορφα σε ένα ανομοιόμορφο σύστημα.
  • Στην κτηνοτροφία: αισθητήρες και wearables που παρακολουθούν συμπεριφορά και φυσιολογία, ώστε να εντοπίζονται νωρίς υγεία, αναπαραγωγή, θερμικό στρες.
Υπερσύγχρονο χωράφι: αίθουσα ελέγχου στο πεδίο.
Υπερσύγχρονο χωράφι: αίθουσα ελέγχου στο πεδίο. Από δεδομένα → απόφαση → εφαρμογή, με πλήρη ιχνηλασιμότητα

Κάθε μεμονωμένη βελτίωση ακούγεται “μικρή”. Στην πράξη, οι μικρές βελτιώσεις είναι το είδος της εξέλιξης που κερδίζει ανταγωνισμό. Κερδίζει επειδή συσσωρεύεται. Μειώνει εισροές. Περιορίζει απώλειες. Κάνει την παραγωγή λιγότερο ευάλωτη στον καιρό και στις διακυμάνσεις.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η AI πατάει πάνω σε μια προϋπόθεση: σταθερή ροή δεδομένων και μηχανισμούς που κάνουν αυτά τα δεδομένα χρήσιμα. Η τεχνολογία χρειάζεται σκάλα. Χρειάζεται υποδομή, συνδεσιμότητα, πλατφόρμες, πρότυπα, συμβουλευτική. Χρειάζεται ανθρώπους που θα την εγκαταστήσουν, θα την εξηγήσουν, θα την ενσωματώσουν στο καθημερινό πρόγραμμα. Χρειάζεται και κάτι πιο άυλο: εμπιστοσύνη ότι δεν αγοράζεις “ένα ακόμα gadget”, αγοράζεις μια νέα συνήθεια παραγωγής.

🔽 Click to Expand: Τι σημαίνει στην πράξη “AI-ready” γεωργία

Ένα αγροδιατροφικό σύστημα θεωρείται έτοιμο για την τεχνητή νοημοσύνη (AI-ready) όταν διαθέτει τις αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε οι καινοτόμες ψηφιακές τεχνολογίες να μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά σε όλη την παραγωγική διαδικασία. Βασικές διαστάσεις μιας AI-ready γεωργίας είναι:

  • Ψηφιακές υποδομές και δεδομένα: Υψηλή διείσδυση ευρυζωνικών δικτύων, αισθητήρων IoT και συστημάτων συλλογής δεδομένων στο χωράφι, ώστε να παράγεται πλούτος ψηφιακών δεδομένων για καλλιέργειες και εκτροφές. Τα δεδομένα πρέπει να είναι διαλειτουργικά και ποιοτικά – δηλαδή συγκεντρωμένα σε ψηφιακές πλατφόρμες κοινούς με ενιαία πρότυπα, καθαρά και αξιόπιστα. Αυτό επιτρέπει τη δημιουργία “δεξαμενών γνώσης” (knowledge data lakes) όπου τα διάσπαρτα ακατέργαστα δεδομένα μετατρέπονται σε πληροφορία έτοιμη για AI (AI-ready data), ικανή να εκπαιδεύσει μοντέλα machine learning και να προσφέρει έξυπνες αποφάσεις στους αγρότες. Χώρες πρωτοπόρες έχουν συστήσει συνεργατικές υποδομές δεδομένων (π.χ. ολλανδική πλατφόρμα JoinData) όπου αγροτικοί συνεταιρισμοί και φορείς μοιράζονται δεδομένα με ασφαλή τρόπο, διασφαλίζοντας ότι ο παραγωγός διατηρεί τον έλεγχο και αξιοποιεί την αξία τους.
  • Συμβουλευτική υποστήριξη και ανθρώπινο κεφάλαιο: Η γνώση που απαιτείται για την αξιοποίηση των ψηφιακών λύσεων πρέπει να φθάνει στον παραγωγό. Ένα AI-ready οικοσύστημα διαθέτει σύγχρονο σύστημα γεωργικών συμβουλών και κατάρτισης (agricultural extension/advisory services) που γεφυρώνει το χάσμα μεταξύ έρευνας και πρακτικής εφαρμογής. Σε τέτοια συστήματα, εξειδικευμένοι σύμβουλοι (δημόσιοι ή συνεταιριστικοί) καθοδηγούν τους αγρότες στη χρήση δεδομένων και εργαλείων AI, μεταφέροντας τεκμηριωμένη γνώση έως την “τελευταία μίλα” του χωραφιού. Για παράδειγμα, στις ΗΠΑ λειτουργεί από το 1914 το Συνεταιριστικό Σύστημα Επιμόρφωσης (Cooperative Extension), ένα τριεπίπεδο δίκτυο υπό το USDA και τα πανεπιστήμια, που μεταδίδει έρευνα και καινοτομία στους παραγωγούς σε κάθε κομητεία της χώρας. Αντίστοιχα, στην Ευρώπη προωθείται η ενδυνάμωση των Γεωργικών Συμβουλευτικών Δικτύων (AKIS), έτσι ώστε κάθε παραγωγός να έχει πρόσβαση σε εξειδικευμένη στήριξη για ψηφιακές εφαρμογές, από τη διαχείριση ακριβών μηχανημάτων μέχρι την ανάλυση δεδομένων καλλιέργειας. Επιπλέον, ένα AI-ready σύστημα επενδύει στη ψηφιακή επιμόρφωση των αγροτών – από βασικές δεξιότητες χειρισμού λογισμικού μέχρι κατανόηση των αλγορίθμων – ώστε να αμβλυνθεί η αντίσταση στην αλλαγή και να καλλιεργηθεί εμπιστοσύνη στις νέες τεχνολογίες.
  • Οργάνωση αξιακής αλυσίδας και συνεργατικά μοντέλα: Στον πυρήνα μιας “AI-ready” γεωργίας βρίσκεται ένα οργανωμένο οικοσύστημα συνεργασίας μεταξύ παραγωγών, επιχειρήσεων τροφίμων, τεχνολογικών παρόχων και ερευνητικών ιδρυμάτων. Αυτό σημαίνει ότι συνεταιρισμοί και ενώσεις παραγωγών λειτουργούν ως κόμβοι διάχυσης τεχνολογίας, μοιράζονται κόστη και οφέλη και συνδιαμορφώνουν απαιτήσεις για νέα εργαλεία. Οι πιο επιτυχημένες χώρες έχουν αναπτύξει ισχυρούς συνεταιριστικούς φορείς που επενδύουν σε R&D και ψηφιακές λύσεις για τα μέλη τους. Για παράδειγμα, στην Ολλανδία μεγάλοι συνεταιρισμοί γαλακτοκομικών και γεωργικών προϊόντων (π.χ. FrieslandCampina, Royal FloraHolland) συμμετέχουν ενεργά στην ανάπτυξη τεχνολογιών (από αυτοματοποιημένες γραμμές παραγωγής μέχρι πλατφόρμες διαφάνειας τροφίμων) και παρέχουν στους αγρότες εργαλεία ακριβείας και αγορές δεδομένων. Η κάθετη ολοκλήρωση της αξιακής αλυσίδας – όπου δεδομένα από το χωράφι φτάνουν μέχρι τον καταναλωτή (π.χ. ιχνηλασιμότητα προϊόντων μέσω blockchain, αξιολόγηση ποιότητας σε πραγματικό χρόνο) – είναι ένα ακόμα γνώρισμα AI-ready συστημάτων. Αυτό απαιτεί κοινά πρότυπα και συνεργασία: π.χ. η θέσπιση προτύπων δεδομένων σε επίπεδο κλάδου (standardized data formats για εφοδιαστικές αλυσίδες) ή πλατφόρμες στις οποίες διασυνδέονται παραγωγοί–μεταποιητές–λιανική ανταλλάσσοντας πληροφορίες. Τα ευέλικτα χρηματοδοτικά σχήματα επίσης χαρακτηρίζουν μια AI-ready αξιακή αλυσίδα: νεοφυείς επιχειρήσεις AgTech, επενδυτικά ταμεία, τράπεζες (λ.χ. η ολλανδική Rabobank) και κράτος συμπράττουν στη χρηματοδότηση καινοτομίας, μειώνοντας το ρίσκο για τον μεμονωμένο αγρότη.
  • Κανονιστικό πλαίσιο και στρατηγική: Τέλος, η θεσμική ετοιμότητα είναι κρίσιμη συνιστώσα. Οι κορυφαίες χώρες διαθέτουν εθνικές στρατηγικές για την ψηφιακή γεωργία/ΤΝ που καθορίζουν στόχους και ευθυγραμμίζουν τα εμπλεκόμενα μέρη. Υπάρχουν σαφείς κανόνες διακυβέρνησης δεδομένων (π.χ. κώδικες δεοντολογίας για το ποιος κατέχει και μοιράζεται τα αγροτικά δεδομένα, διασφάλιση ιδιωτικότητας και ανταγωνισμού) και ρυθμιστικά πλαίσια που ευνοούν την καινοτομία (π.χ. sandbox ρυθμίσεις για δοκιμή ρομποτικών συστημάτων ή drones). Επιπλέον, το κράτος λειτουργεί ως καταλύτης για την υιοθέτηση: παρέχει κίνητρα και επιδοτήσεις για αγορά ψηφιακού εξοπλισμού, χρηματοδοτεί πιλοτικά έργα και “ζωντανά εργαστήρια” (living labs) επίδειξης τεχνολογιών, ενώ μεριμνά για την ένταξη της ψηφιακής γνώσης στα προγράμματα αγροτικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, οι κυβερνήσεις μπορούν να επιταχύνουν τη διάχυση αντιμετωπίζοντας τα “μποτιλιαρίσματα” υιοθέτησης – ενημερώνοντας καλύτερα για το κόστος-όφελος των νέων τεχνολογιών, επενδύοντας στο ανθρώπινο κεφάλαιο και διευκολύνοντας την ανταλλαγή δεδομένων μέσω ασφαλών, συμμετοχικών οικοσυστημάτων. Με άλλα λόγια, ένα ρυθμιστικό περιβάλλον φιλικό προς την ψηφιακή καινοτομία (από την αγροτική πολιτική μέχρι τα εκπαιδευτικά συστήματα) είναι το θεμέλιο ώστε οι υπόλοιπες πτυχές – δεδομένα, συμβουλευτική, συνεργασίες – να ευδοκιμήσουν.
🚜
Οι χώρες που προχωρούν γρήγορα έχουν ένα κοινό: μηχανισμούς διάχυσης

Σε μια βόρεια ευρωπαϊκή πεδιάδα, η αλλαγή δεν φαίνεται σαν “επανάσταση”. Μοιάζει λίγο σαν ρουτίνα. Ένα σύστημα GPS που θεωρείται αυτονόητο. Ένας σύμβουλος που μιλάει για δεδομένα όπως μιλάει για ποικιλίες. Μια ομάδα παραγωγών που μοιράζεται υπηρεσίες και κόστος επειδή το θεωρεί φυσικό να δουλεύει συλλογικά. Σε μια αίθουσα συνεταιρισμού, κάποιος ανοίγει έναν χάρτη και δείχνει πού υπήρχε στρες στην καλλιέργεια την προηγούμενη εβδομάδα, χωρίς να το ντύνει με εντυπωσιακές λέξεις.

Όταν κοιτάς την Δανία ή την Ολλανδία, η εντύπωση που μένει δεν είναι μόνο η τεχνολογία. Είναι ο τρόπος που η τεχνολογία γίνεται κανόνας.

Στη Δανία, η υιοθέτηση εργαλείων ακριβείας έχει προχωρήσει σε μεγάλη κλίμακα, με ευρεία χρήση υψηλής ακρίβειας GPS και συχνή αξιοποίηση δορυφορικών εικόνων ή drones από παραγωγούς.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς: δίκτυα συμβουλευτικής και καινοτομίας που δουλεύουν πάνω στην πραγματική παραγωγή, συνεταιρισμοί που δεν περιορίζονται στη διάθεση προϊόντος, οργανισμοί που μετατρέπουν έρευνα σε οδηγίες, και οδηγίες σε πράξη.

Στην Ολλανδία, η τεχνολογία λειτουργεί ως παραγωγικό μοντέλο. Οι συνεργασίες μεταξύ έρευνας, επιχειρήσεων και παραγωγών έχουν δημιουργήσει μια εξαγωγική “μηχανή” που χρησιμοποιεί τεχνολογικές λύσεις σε κλίμακα.
Η εικόνα αυτή συνοδεύεται και από στοιχεία διάχυσης: έρευνες δείχνουν υψηλά ποσοστά χρήσης εξοπλισμού γεωργίας ακριβείας στην ολλανδική αγορά, κάτι που ταιριάζει με την εικόνα μιας χώρας που έχει κάνει την ακριβεία καθημερινότητα.

Το βασικό εδώ δεν είναι να θαυμάσουμε την “πρωτοπορία”. Το βασικό είναι να αναγνωρίσουμε τα συστατικά της:

  • συλλογικές δομές που απορροφούν κόστος και ρίσκο,
  • συμβουλευτική που μεταφράζει τεχνολογία σε ρουτίνα,
  • αξιακές αλυσίδες που επιβάλλουν πρότυπα ποιότητας και ιχνηλασιμότητας,
  • πλατφόρμες δεδομένων που κάνουν το μικρό μεγάλο.

Με αυτόν τον τρόπο, ο μεμονωμένος αγρότης δεν χρειάζεται να είναι “ήρωας καινοτομίας”. Χρειάζεται να μπει σε ένα σύστημα που τον τραβάει προς τα πάνω.

🔽 Click to Expand: Επιτυχημένα μοντέλα διάχυσης τεχνολογίας διεθνώς

Σειρά προηγμένων χωρών έχει επιδείξει βέλτιστες πρακτικές στη διάχυση των ψηφιακών τεχνολογιών στη γεωργία, χάρη σε θεσμικούς μηχανισμούς που γεφυρώνουν το χάσμα μεταξύ καινοτομίας και αγρού. Ακολουθούν 3 χαρακτηριστικά μοντέλα:

  • Δανία – Συνεταιριστική και συμβουλευτική πρωτοπορία: Η Δανία συνδυάζει ισχυρούς αγροτικούς συνεταιρισμούς με ένα κορυφαίο σύστημα επιχειρηματικής συμβουλευτικής προς τους παραγωγούς. Βιομηχανίες συνεταιριστικής βάσης, όπως η Arla Foods (γαλακτοκομικά) και η Danish Crown (χοιροτροφία), όχι μόνο συγκεντρώνουν το προϊόν αλλά λειτουργούν και ως φορείς καινοτομίας – επενδύοντας σε τεχνολογίες ποιότητας και αποδοτικότητας και εκπαιδεύοντας τα μέλη τους στη χρήση τους. Παράλληλα, μέσω του οργανισμού SEGES Innovation (του ανεξάρτητου ινστιτούτου έρευνας & συμβουλευτικής της αγροτικής κοινότητας), κάθε Δανός αγρότης έχει πρόσβαση σε τελευταίας γενιάς γνώση και εργαλεία. Η SEGES με ~500 ειδικούς συνεργάζεται στενά με 30.000 φάρμες και με όλο το οικοσύστημα (πανεπιστήμια, βιομηχανίες, κυβερνητικές αρχές), παρέχοντας λύσεις από το χωράφι μέχρι τη μεταποίηση. Αυτό το τριπλό έλικα συνεργασίας (αγρότες–έρευνα–αγροτικές εταιρείες) έχει βοηθήσει τη Δανία να ηγείται στην υιοθέτηση γεωργίας ακριβείας: το 2024, το 71% της καλλιεργούμενης έκτασης κατευθύνεται ήδη με GPS ακριβείας (RTK) και 1 στους 3 αγρότες χρησιμοποιεί drones ή δορυφορικές εικόνες για στοχευμένες εφαρμογές. Η νέα γενιά αγροτών μάλιστα είναι ιδιαίτερα δεκτική – πάνω από τους μισούς κάτω των 40 ετών εφαρμόζουν αυτά τα εργαλεία, οδηγώντας σε βελτίωση αποδόσεων και μείωση εισροών χάρη στην ακριβέστερη λίπανση και άρδευση. Σημαντικό στοιχείο του δανικού μοντέλου είναι ότι ο συνεταιρισμός και ο σύμβουλος λειτουργούν ως εταίροι του αγρότη: μοιράζονται δεδομένα μέσω κοινών πλατφορμών, αξιοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης (π.χ. για πρόγνωση ασθενειών ή υπολογισμό ανθρακικού αποτυπώματος) και συν-δημιουργούν καινοτόμες λύσεις (living labs). Αυτή η συστημική προσέγγιση εξηγεί γιατί η Δανία θεωρείται “ψηφιακός πρωτοπόρος” στην αγροτική Ευρώπη, αποδεικνύοντας ότι η ταχεία διάχυση τεχνολογίας είναι εφικτή όταν υπάρχουν συλλογικές δομές στήριξης και εμπιστοσύνη μεταξύ των φορέων.
  • Ολλανδία – Οικοσύστημα υψηλής τεχνολογίας και συνεργατικής καινοτομίας: Η Ολλανδία, παρά το μικρό μέγεθός της, έχει εξελιχθεί στον δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα τροφίμων παγκοσμίως χάρη σε ένα υπερ-παραγωγικό αγροτικό σύστημα βασισμένο στην τεχνολογία. Κεντρικό ρόλο διαδραματίζει η στενή συμμαχία μεταξύ παραγωγών, βιομηχανίας και έρευνας: οργανισμοί όπως το Food Valley (συνδεδεμένο με το Πανεπιστήμιο Wageningen) συγκεντρώνουν χιλιάδες ειδικούς που συνεργάζονται με αγρότες για την ανάπτυξη και διάδοση νέων λύσεων. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακές καινοτομίες: θερμοκηπιακές καλλιέργειες υψηλής απόδοσης με γεωθερμική θέρμανση και αυτοματοποίηση, χρήση drones και αυτόνομων τρακτέρ, νέες ποικιλίες ανθεκτικές σε ασθένειες και ρομποτικά συστήματα συγκομιδής. Η κουλτούρα των “πρωταθλητών τεχνολογίας” διέπει όλη την αξιακή αλυσίδα – π.χ. οι ολλανδοί κτηνοτρόφοι έχουν υιοθετήσει εδώ και χρόνια αυτόματα συστήματα αρμέγματος και αισθητήρες υγείας ζώων, οι καλλιεργητές κηπευτικών λειτουργούν πλήρως ελεγχόμενα “έξυπνα” θερμοκήπια, ενώ ακόμα και μικρότερες φάρμες αξιοποιούν κοινές υπηρεσίες ευφυούς γεωργίας. Ενδεικτικό της διάχυσης είναι ότι η διείσδυση hardware γεωργίας ακριβείας στους Ολλανδούς αγρότες υπολογίζεται ως η υψηλότερη στην Ευρώπη (περίπου ένας στους τρεις χρησιμοποιεί τέτοιο εξοπλισμό). Θεσμικοί μοχλοί πίσω από αυτό το επίτευγμα είναι: (α) η σταθερή κρατική στήριξη στην αγρο-καινοτομία – η κυβέρνηση χρηματοδοτεί εφαρμοσμένη έρευνα και επιδεικτικά προγράμματα, ενώ έχει αναπτύξει συνολική στρατηγική ψηφιακής γεωργίας με έμφαση στα ανοιχτά δεδομένα και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα; (β) οι δημόσιες-ιδιωτικές συμπράξεις – πανεπιστήμια, ερευνητικά ινστιτούτα και εταιρείες AgTech συμπράττουν σε “αγροτικά hubs και πειραματικά αγροκτήματα” όπου νέες τεχνολογίες δοκιμάζονται και μεταφέρονται γρήγορα στην πράξη; (γ) οι εκτεταμένες συνεργατικές αλυσίδες – μεγάλοι παραγωγοί και μεταποιητές (π.χ. στον τομέα των θερμοκηπιακών λαχανικών ή των λουλουδιών) έχουν δημιουργήσει συσπειρώσεις και δίκτυα όπου η τεχνογνωσία μοιράζεται και οι μικροί παραγωγοί υποστηρίζονται να συμβαδίσουν. Έτσι, η Ολλανδία κατόρθωσε να οικοδομήσει ένα “υπερ-εντατικό αλλά έξυπνο” μοντέλο: με 51.000 τόνους εξαγωγών ντομάτας ετησίως χρησιμοποιώντας μόλις 9,5 λίτρα νερό/κιλό (έναντι 214 λίτρων παγκόσμια μέση τιμή), αποτελεί απόδειξη ότι η τεχνολογία αυξάνει δραστικά την αποδοτικότητα. Βεβαίως, το μοντέλο αντιμετωπίζει και προκλήσεις (περιβαλλοντικές πιέσεις, περίσσεια θρεπτικών, αντιδράσεις μικρών αγροτών), όμως το ευέλικτο θεσμικό πλαίσιο και η εξωστρέφεια του κλάδου (που βλέπει ευκαιρία στις παγκόσμιες αγορές αντί για απειλή) έκαναν δυνατή τη συνεχή καινοτομία αντί της στασιμότητας.
  • Ηνωμένες Πολιτείες – Δίκτυο επιμόρφωσης και μεγάλης κλίμακας καινοτομία: Οι ΗΠΑ προσφέρουν ένα διαφορετικό αλλά διδακτικό παράδειγμα διάχυσης: εκεί το βάρος πέφτει στην πανεθνική δομή επιμόρφωσης (Extension) και στη μεγάλη κλίμακα των εκμεταλλεύσεων που διευκολύνει τις επενδύσεις σε τεχνολογία. Μέσω των Land-Grant Universities και των τοπικών γραφείων επέκτασης σε κάθε κομητεία, εκατομμύρια αγρότες εκπαιδεύτηκαν επί δεκαετίες σε νέες πρακτικές – από υβρίδια καλαμποκιού στον 20ό αιώνα μέχρι συστήματα ακριβείας και AI σήμερα. Αυτή η μακρόχρονη παράδοση διάχυσης γνώσης δημιούργησε μια κουλτούρα όπου ο αγρότης είναι πιο πρόθυμος να δοκιμάσει τεχνολογικές λύσεις και έχει θεσμική υποστήριξη στο ρίσκο (π.χ. μέσω επιδείξεων σε αγροκτήματα πρότυπα και συμβουλών για επιχειρηματικό σχεδιασμό). Παράλληλα, οι μεσαίες και μεγάλες φάρμες των ΗΠΑ, συχνά πάνω από μερικές χιλιάδες στρέμματα, ενσωματώνουν ψηφιακά εργαλεία διότι μπορούν να επιμερίσουν το κόστος και να δουν απτό όφελος στην κερδοφορία. Σήμερα, η Βόρεια Αμερική κατατάσσεται κορυφαία σε υιοθέτηση τεχνολογιών αιχμής όπως συστήματα αυτόματης οδήγησης και μεταβλητής δόσης εισροών, με περίπου 28% των αγροτών να χρησιμοποιούν hardware γεωργίας ακριβείας (π.χ. αισθητήρες, autosteer) έναντι ~21% στην Ευρώπη. Έτσι, το αμερικανικό μοντέλο δείχνει πως ένας συνδυασμός δημόσιων θεσμών διάχυσης (extension) και αγροτικών επιχειρήσεων ικανών να επενδύσουν (λόγω μεγέθους ή συνεργασιών) μπορεί να φέρει την τεχνολογία στο χωράφι σε μεγάλη κλίμακα. Επιπλέον, οι ΗΠΑ αξιοποιούν ρυθμιστικά εργαλεία όπως τα AgTech Incubators και επιδοτήσεις μέσω Farm Bill για να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη νέων λύσεων (π.χ. ρομπότ, AI για ανίχνευση ζιζανίων) και τη γεφύρωση χάσματος μεταξύ startup και αγροτών. Το δίδαγμα είναι ότι η διαρκής επένδυση σε γνώση και ηνοτομία ως δημόσιο αγαθό (με την πολιτεία να χρηματοδοτεί έρευνα και εκπαίδευση) δημιουργεί ένα εύφορο περιβάλλον υιοθέτησης, ακόμα και σε ένα τόσο μεγάλο και ποικιλόμορφο αγροτικό τομέα.
🧩
Η Ελλάδα αφήνει την τεχνολογία να μένει κατακερματισμένη

Ένα ελληνικό χωριό, σε μια τυπική καθημερινή μέρα, έχει δύο παράλληλες εικόνες. Υπάρχει ο παραγωγός που κρατάει σημειώσεις, που ψάχνει, που δοκιμάζει, που έχει μάθει να προσαρμόζεται. Υπάρχει και η δομή που τον περιορίζει. Μικρός κλήρος, πολλή διάσπαση, περιορισμένη ρευστότητα. Υπάρχει το τηλέφωνο που χτυπάει για ένα χαρτί, μια υπογραφή, μια καθυστέρηση. Υπάρχει και η κούραση από το αίσθημα ότι το σύστημα ζητάει πολλά, με αργό ρυθμό ανταπόδοσης.

Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: υπάρχουν φωτεινές προσπάθειες, υπάρχουν πιλοτικά έργα, υπάρχουν παραγωγοί που προχωρούν, και η κλίμακα παραμένει μικρή. Σε ποιοτικές και συγκριτικές αναφορές, η Ελλάδα εμφανίζεται με χαμηλή υιοθέτηση γεωργίας ακριβείας και με κενά στο οικοσύστημα γνώσης και καινοτομίας, ενώ η δομή των εκμεταλλεύσεων δυσκολεύει οικονομίες κλίμακας και επενδύσεις. Αυτό δεν παράγει μόνο τεχνική καθυστέρηση, παράγει πολιτική ευαλωτότητα, επειδή η προσαρμογή κοστίζει περισσότερο και έρχεται αργότερα.

Η ελληνική γεωργία έχει δεξιότητες. Έχει επίσης δομικά χαρακτηριστικά που κάνουν την καινοτομία δύσκολη στην κλίμακα που απαιτεί η διεθνής μετάβαση.

Το μέγεθος είναι ένα από αυτά. Σε συγκρίσεις εντός ΕΕ, η Ελλάδα εμφανίζει πολύ υψηλό ποσοστό μικρών εκμεταλλεύσεων, κάτι που περιορίζει οικονομίες κλίμακας και επενδυτική δυνατότητα.

Η διάχυση γνώσης είναι άλλο. Μελέτες για την Ελλάδα επισημαίνουν ότι η υιοθέτηση γεωργίας ακριβείας παραμένει χαμηλή και ότι το οικοσύστημα γνώσης/καινοτομίας (AKIS) αντιμετωπίζει κενά συνεργασίας και υποστήριξης.

Και εδώ αξίζει μια παρατήρηση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Η τεχνολογία δεν “μπαίνει” σε έναν κλάδο όπως μπαίνει ένα νέο προϊόν σε ένα ράφι. Μπαίνει ως οργανωτική αλλαγή. Ζητάει χρόνο, δομές και πειθαρχία. Ένα σύστημα που ζει σε καθεστώς συνεχούς πίεσης και αβεβαιότητας έχει λιγότερο χώρο για τέτοιες αλλαγές, γιατί ο χρόνος του έχει ήδη υποθηκευτεί.

🔽 Click to Expand: Συστημικές παθογένειες πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα

Το ελληνικό σύστημα γεωργίας/κτηνοτροφίας αντιμετωπίζει ένα σύνολο από διαχρονικές αδυναμίες που εμποδίζουν την ευρεία διάχυση της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Οι αδυναμίες αυτές εντοπίζονται σε πολλαπλά επίπεδα – οργανωτικό, διοικητικό, τεχνικό, και στο επίπεδο των δομών διάχυσης γνώσης:

  • Οργανωτική δομή του τομέα: Η ελληνική γεωργία χαρακτηρίζεται από πολύ μικρό και κατακερματισμένο κλήρο. Περίπου 74% των εκμεταλλεύσεων είναι κάτω των 5 εκταρίων (50 στρεμμάτων), κάνοντας την Ελλάδα (μαζί με Ρουμανία, Κύπρο) χώρα με τους μικρότερους μέσους αγροτικούς κλήρους στην ΕΕ – συγκριτικά, ο μέσος όρος ΕΕ είναι ~17 εκτάρια. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότερες φάρμες δεν επιτυγχάνουν τις αναγκαίες οικονομίες κλίμακας ώστε να αντέξουν το αρχικό κόστος επένδυσης σε τεχνολογία και να αποκομίσουν επαρκές όφελος. Ο μικρός κλήρος συχνά συνεπάγεται περιορισμένα έσοδα και κατώτατα περιθώρια κέρδους, με αποτέλεσμα ο παραγωγός να διστάζει να πειραματιστεί με κάτι καινοτόμο που δεν “εγγυάται” άμεση απόδοση. Επιπλέον, η κατακερματισμένη ιδιοκτησία δυσκολεύει τη συνεργασία: στην Ελλάδα παρατηρείται αδύναμη συνεταιριστική οργάνωση σε αρκετούς κλάδους, συχνά λόγω παθογενειών του παρελθόντος, έλλειψης εμπιστοσύνης και αποτελεσματικής διοίκησης στους συνεταιρισμούς. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί αγρότες λειτουργούν μεμονωμένα, χωρίς τις συλλογικές δομές που θα τους επέτρεπαν να μοιραστούν τεχνογνωσία, πόρους ή να συμμετέχουν σε κοινές ψηφιακές πλατφόρμες. Το μικρό μέγεθος και η ατομικότητα αποθαρρύνει και τις εταιρείες τεχνολογίας από το να στοχεύσουν την ελληνική αγορά: η απόσπαση δεδομένων και η πώληση λύσεων σε χιλιάδες μικρούς πελάτες είναι πιο δύσκολη από ό,τι σε λίγους μεγάλους. Όλα τα παραπάνω κρατούν τον τομέα σε χαμηλή παραγωγικότητα – τόσο η εργατική παραγωγικότητα όσο και η παραγωγικότητα γης υστερούν, ενώ το γεωργικό εισόδημα παραμένει ευάλωτο. Οι αγρότες συχνά αδυνατούν να επανεπενδύσουν στην εκμετάλλευσή τους, κλείνοντας έναν φαύλο κύκλο: χαμηλό εισόδημα – μικρό μέγεθος – έλλειψη επένδυσης – στασιμότητα παραγωγικότητας.
  • Διοικητικές και θεσμικές αδυναμίες: Σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής και διοίκησης, η Ελλάδα έχει υστερήσει στην ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου για την ψηφιακή γεωργία. Παρότι υπάρχουν σκόρπιες πρωτοβουλίες (π.χ. δράσεις ευφυούς γεωργίας στο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης, πρόσφατα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης για ψηφιακό μετασχηματισμό), απουσίαζε επί μακρόν μια ενιαία στρατηγική που να θέτει στόχους και να συντονίζει τους φορείς. Μόλις το 2023 εγκρίθηκε το Εθνικό Σχέδιο για το Ευφυές Γεωργικό Σύστημα στο πλαίσιο του Στρατηγικού Σχεδίου της νέας ΚΑΠ, το οποίο προβλέπει τη συγκρότηση Εθνικής Επιτροπής AKIS και συντονιστικού οργάνου. Μέχρι τώρα, η έλλειψη συντονισμού μεταξύ Υπουργείων (π.χ. Αγροτικής Ανάπτυξης, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Παιδείας) και μεταξύ κρατικών υπηρεσιών (π.χ. αγροτικές διευθύνσεις, ερευνητικοί φορείς) είχε ως αποτέλεσμα σπατάλη πόρων και κατακερματισμένες δράσεις. Για παράδειγμα, υλοποιήθηκαν μεμονωμένα έργα τηλεμετρίας ή πλατφορμών χωρίς να διασφαλιστεί συνέχεια, διαλειτουργικότητα ή εκπαίδευση χρηστών – πολλά πιλοτικά έργα έμειναν στα χαρτιά μόλις εξαντλήθηκε η χρηματοδότηση. Επιπλέον, το ρυθμιστικό πλαίσιο δεν προέτρεψε ιδιαίτερα την καινοτομία: δεν υπήρχαν κίνητρα φορολογικά ή άλλα για υιοθέτηση τεχνολογίας (π.χ. επιτάχυνση αποσβέσεων εξοπλισμού, επιδοτήσεις ψηφιοποίησης), ούτε ειδικές ρυθμίσεις για νέα πεδία (όπως drones, δοκιμές αγροτικών ρομπότ, χρήση δεδομένων γεωργίας ακριβείας στο κανονιστικό πλαίσιο πολλαπλής συμμόρφωσης κλπ.). Η γραφειοκρατία και η αργή ψηφιοποίηση των ίδιων των δημόσιων υπηρεσιών (π.χ. στην έκδοση εγκρίσεων ή στην παροχή δεδομένων όπως χαρτογραφικά στοιχεία, μητρώα αγροτεμαχίων) επίσης έβαλαν φρένο – σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη Δανία όπου τα μητρώα αγροκτημάτων, οι άδειες και οι δηλώσεις καλλιέργειας είναι πλήρως ψηφιακές, διευκολύνοντας και τις ιδιωτικές υπηρεσίες να “κουμπώσουν” πάνω τους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια έγιναν κάποια βήματα (π.χ. ψηφιακό μητρώο ΟΣΔΕ, πλατφόρμα AgroTools του ΥΠΑΑΤ), όμως η διοικητική υστέρηση των προηγούμενων δεκαετιών έχει αφήσει κενά. Σε αυτά περιλαμβάνεται και η συνεχιζόμενη πολυπλοκότητα των κανονισμών: οι Έλληνες αγρότες συχνά δαπανούν χρόνο και χρήμα για να συμμορφωθούν με απαιτήσεις χωρίς να λαμβάνουν πίσω επαρκή ενημέρωση ή στήριξη για βελτίωση των πρακτικών τους – ένα θέμα που συμβάλλει στη δυσπιστία προς τα “καινούρια πράγματα” και στην απροθυμία ανάληψης ρίσκου.
  • Τεχνικές ελλείψεις και υποδομές: Από τεχνικής πλευράς, η Ελλάδα αντιμετωπίζει προκλήσεις σε δύο επίπεδα: υποδομές ψηφιακής συνδεσιμότητας και προσβασιμότητα τεχνολογικών εργαλείων. Παρά τη βελτίωση στην ευρυζωνικότητα πανελλαδικά, παραμένουν αγροτικές περιοχές με ελλιπή κάλυψη internet υψηλής ταχύτητας, ειδικά σε ορεινές ή νησιωτικές ζώνες. Αυτό από μόνο του αποτελεί τροχοπέδη, καθώς πολλές υπηρεσίες ευφυούς γεωργίας (αισθητήρες IoT, cloud πλατφόρμες για δεδομένα, εφαρμογές κινητών για τον αγρότη) προϋποθέτουν αξιόπιστη σύνδεση. Επιπλέον, η διείσδυση εξοπλισμού γεωργίας ακριβείας είναι πολύ χαμηλή – όπως αναφέρθηκε, μόλις ~5% των αγροτών χρησιμοποιούν τέτοιες τεχνολογίες. Τα κόστη αγοράς ενός GPS ακριβείας, drones, μετεωρολογικών σταθμών ή αυτοματοποιημένων μηχανών είναι υψηλά για τον μέσο Έλληνα αγρότη, που συχνά δεν έχει πρόσβαση σε στοχευμένη χρηματοδότηση. Ο γηρασμένος εξοπλισμός (π.χ. μεγάλος αριθμός τρακτέρ παλαιάς τεχνολογίας) δεν “συνεργάζεται” εύκολα με καινούρια συστήματα – π.χ. για να βάλει ένας παραγωγός autosteer σε παλιό τρακτέρ, πρέπει να επενδύσει δυσανάλογα. Επίσης, απουσίαζαν κοινά πρότυπα και πλατφόρμες διαχείρισης δεδομένων: μέχρι πρόσφατα, ό,τι δεδομένα συνέλεγαν διάφοροι φορείς (ερευνητικά ιδρύματα, δήμοι με τηλεμετρία για άρδευση, εταιρείες λιπασμάτων που έκαναν πειραματικά χωράφια) παρέμεναν ασύνδετα. Δεν υπήρχε μια εθνική υποδομή “open data” για τη γεωργία που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από startups ή από τους ίδιους τους αγρότες. Αυτό αλλάζει μεν (η ΕΕ προωθεί τον Ευρωπαϊκό χώρο δεδομένων για τη γεωργία και η Ελλάδα συμμετέχει σε σχετικά έργα), αλλά για μεγάλο διάστημα ο παραγωγός δεν είχε διαθέσιμα ούτε βασικά ψηφιακά εργαλεία: λ.χ. η Ελλάδα μόλις το 2022-23 απέκτησε ευρέως προσβάσιμη πλατφόρμα αγροτικών συμβουλών (Greek Farm Advisory System) και ψηφιακό κατάστημα γνώσης. Συνολικά, οι τεχνικές ελλείψεις συντελούν σε έναν φαύλο κύκλο: οι αγρότες δεν εμπιστεύονται την τεχνολογία επειδή συχνά δεν λειτουργεί αξιόπιστα στο περιβάλλον τους (λόγω δικτύων ή τεχνικών προβλημάτων), και οι πάροχοι τεχνολογίας δεν επενδύουν σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει κρίσιμη μάζα χρηστών.
  • Δομές διάχυσης γνώσης και καινοτομίας: Ίσως το πιο κρίσιμο κενό για την “ευφυή” μετάβαση είναι οι ανεπαρκείς μηχανισμοί διάχυσης νέας γνώσης προς τον μέσο παραγωγό. Μετά την διάλυση των δημόσιων γεωργικών εφαρμογών στη δεκαετία του ’90, η Ελλάδα δεν κατάφερε να ανασυντάξει ένα αποτελεσματικό σύστημα συμβουλών. Οι αγρότες συχνά βασίζονται σε ιδιωτικούς γεωπόνους-μελετητές ή σε γεωπόνους εμπορίας εφοδίων για συμβουλές, οι οποίοι όμως εστιάζουν στα γνωστά (ποικιλίες, λιπάσματα, φυτοπροστασία) και ελάχιστα εκπαιδεύονται σε ψηφιακές τεχνικές. Η ανυπαρξία ενός ενιαίου δικτύου συμβουλευτικής σημαίνει ότι δεν υπάρχει “αγωγός” για τη νέα τεχνολογία: ερευνητικά αποτελέσματα και καινοτομίες μένουν στα συνέδρια και δεν φτάνουν ποτέ στα χωράφια. Έρευνες επισημαίνουν ότι το ελληνικό AKIS (Agricultural Knowledge and Innovation System) παραμένει αδύναμο και κατακερματισμένο, με ελλιπή συνεργασία μεταξύ των φορέων (πανεπιστημίων, αγροτών, επιχειρήσεων) και ανεπαρκή χρηματοδότηση για υπηρεσίες προέκτασης. Για παράδειγμα, δεν υπάρχουν αρκετά πρότυπα αγροκτήματα επίδειξης όπου οι παραγωγοί να δουν στην πράξη μια τεχνολογία σε τοπικές συνθήκες. Επίσης, δεν αξιοποιούνται πλήρως οι συλλογικές οργανώσεις: ο ρόλος των συνεταιρισμών στην παροχή τεχνικών συμβουλών είναι περιορισμένος (με φωτεινές εξαιρέσεις λίγων δραστήριων συνεταιρισμών/Ομάδων Παραγωγών). Στο πεδίο της εκπαίδευσης και κατάρτισης, τα γεωργικά εκπαιδευτικά ιδρύματα μέχρι πρότινος δεν ενσωμάτωναν επαρκώς την ψηφιακή γεωργία στα προγράμματά τους – άρα οι νέοι αγρότες δεν αποκτούσαν αυτές τις δεξιότητες. Επιπλέον, η μέση ηλικία των αγροτών είναι πολύ υψηλή (37% άνω των 65 ετών έναντι ~32% στην ΕΕ) και η είσοδος νέων είναι περιορισμένη, γεγονός που από μόνο του δυσχεραίνει την απορρόφηση καινοτομίας (οι μεγαλύτεροι σε ηλικία τείνουν να ρισκάρουν λιγότερο με νέα εργαλεία, ενώ οι νέοι – που είναι πιο τεχνολογικά εγγράμματοι – αποτελούν μειοψηφία). Δημογραφική αιμορραγία παρατηρείται: ~33.000 αγροτικές θέσεις χάθηκαν 2016-2020, κυρίως νέοι κάτω των 44 που εγκατέλειψαν το επάγγελμα. Αυτό δημιουργεί μια επικίνδυνη δυναμική: λιγότερο ανθρώπινο κεφάλαιο για να ηγηθεί του ψηφιακού μετασχηματισμού και απώλεια γνώσης με την έξοδο των νέων. Συνολικά, το ελληνικό σύστημα στερείται των “ενδιάμεσων φορέων” που αλλού γεφυρώνουν το χάσμα καινοτομίας – η ένωση επιχειρηματιών–ερευνητών–αγροτών παραμένει ασθενής. Χωρίς αυτή, η όποια τεχνολογία διατίθεται παραμένει ένα “δυσνόητο μαύρο κουτί” για τον παραγωγό, τροφοδοτώντας δυσπιστία (“θα δουλέψει;”, “είναι αξιόπιστο το AI;”) και προκατάληψη ότι «αυτά είναι για τους μεγάλους, όχι για μας».

Συνοπτικά, οι ελληνικές αδυναμίες μπορούν να ιδωθούν ως συστημικές παθογένειες: μικρές μονάδες και αδύναμες συλλογικότητες, έλλειμμα στρατηγικής και διοικητικής ικανότητας, περιορισμένες επενδύσεις σε τεχνικές υποδομές, και κυρίως η έλλειψη μιας λειτουργικής “αλυσίδας γνώσης” που να φέρει την καινοτομία στον αγρό. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται και σε σκληρά δεδομένα: η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά χαμηλά σε δείκτες ψηφιακής ετοιμότητας αγροτικού τομέα, παρά τις κατά τόπους καινοτομίες. Αυτή η συνολική υστέρηση αφήνει τη χώρα ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις – όπως φάνηκε έντονα με την προοπτική της συμφωνίας ΕΕ–Mercosur.

🛅
Το σοκ της Mercosur κάνει το χάσμα ετοιμότητας να φαίνεται

Η κρίση ακρίβειας και οι επιπτώσεις της αποτελούν βασική έγνοια της ελληνικής αγροτικής οικογένειας και σύνηθες θέμα συζήτησης (πιο συχό τουλάχιστον από τη “γεωπολιτική”). Ξεκινάει από τιμές. Πόσο πήγε το ρεύμα. Πόσο πήγε η ζωοτροφή. Πόσο πληρώθηκε το προϊόν. Σε μια τηλεόραση, οι ειδήσεις μιλούν για συμφωνίες και αγορές, και ο ήχος μένει χαμηλά, επειδή οι αριθμοί έχουν ήδη κάνει φασαρία μόνοι τους. Σε ένα κινητό, κυκλοφορεί ένα βίντεο με κάποιον να λέει ότι το επόμενο βήμα θα είναι να τα παρατήσουν. Αυτό το “να τα παρατήσουν” έχει μεγαλύτερη σημασία από όσο ακούγεται, επειδή πίσω του υπάρχει η μετακίνηση μιας ζωής.

Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur λειτουργεί ως stress test για χώρες χαμηλής ετοιμότητας, επειδή αυξάνει την ένταση του ανταγωνισμού σε προϊόντα με λεπτά περιθώρια. Η πίεση δεν μοιράζεται ομοιόμορφα. Συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες αλυσίδες και περιοχές. Σε αυτή τη συγκυρία, η AI και η γεωργία ακριβείας αποκτούν πολιτική σημασία, επειδή μετατρέπονται σε παραγωγική αντοχή: όποιος μπορεί να μειώσει εισροές, να σταθεροποιήσει ποιότητα, να προσαρμοστεί γρήγορα, αντέχει περισσότερο. Όποιος δεν μπορεί, αισθάνεται ότι το σοκ πέφτει πάνω του χωρίς μαξιλάρι.

Η ΕΕ–Mercosur δεν χρειάζεται να φέρει έναν “κατακλυσμό” εισαγωγών για να δημιουργήσει πολιτική ένταση. Αρκεί να αλλάξει τους όρους ανταγωνισμού στα προϊόντα που ήδη παλεύουν με χαμηλά περιθώρια.

Σε ρεπορτάζ για την Ελλάδα, το ρύζι εμφανίζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα: παραγωγοί ανησυχούν ότι οι νέες ποσότητες αδασμολόγητων εισαγωγών θα συμπιέσουν τιμές και θα τους ωθήσουν εκτός αγοράς, με καταγραφή εγκατάλειψης και μετακίνησης σε άλλες δουλειές.
Παράλληλα, ευρύτερες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις παρουσιάζουν μια εικόνα αγροτικού κόσμου που αντιλαμβάνεται τη συμφωνία ως κίνδυνο σε έναν ήδη εύθραυστο κλάδο.

Εδώ μπαίνει η “αόρατη” σύνδεση με την τεχνητή νοημοσύνη. Το διεθνές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα χτίζεται όλο και περισσότερο πάνω σε αποδοτικότητα, σταθερότητα και γρήγορη προσαρμογή, και αυτά είναι αποτελέσματα συστημάτων δεδομένων, τεχνολογίας, και οργανωμένης διάχυσης.

Όταν μια χώρα έχει υψηλή διάχυση, ο παραγωγός έχει εργαλεία να μειώσει εισροές και να σταθεροποιήσει παραγωγή. Όταν μια χώρα έχει χαμηλή διάχυση, η ίδια προσαρμογή απαιτεί μεγαλύτερο κόστος, περισσότερο χρόνο, και περισσότερη αβεβαιότητα.

Η Mercosur συμπιέζει τον χρόνο. Φέρνει ανταγωνισμό ως εξωτερική πίεση, και αυτή η πίεση κάνει ορατό πόσο ακριβά κοστίζει η αργή προσαρμογή.

🔽 Click to Expand: Stress test χωρών χαμηλής ετοιμότητας

Η εμπορική συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Mercosur (που περιλαμβάνει Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη, Ουρουγουάη) αναδεικνύεται σε καταλύτη εξελίξεων για την ελληνική γεωργία – επιταχύνοντας και οξύνοντας το υπάρχον χάσμα τεχνολογικής ετοιμότητας. Ενώ οι πιο ανταγωνιστικές και εκσυγχρονισμένες χώρες της ΕΕ (π.χ. η Ολλανδία, η Δανία) αντιμετωπίζουν τη συμφωνία ως ευκαιρία για αύξηση εξαγωγών και περαιτέρω ανάπτυξη, χώρες όπως η Ελλάδα – με δυναμικό χαμηλής παραγωγικότητας και υψηλού κόστους – φοβούνται ότι θα εκτεθούν σε αθέμιτο ανταγωνισμό από τα φθηνότερα και πιο αποδοτικά αγροτικά προϊόντα της Νότιας Αμερικής. Πράγματι, οι Mercosur χώρες έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα σε αρκετά αγροτικά προϊόντα (λόγω κλίμακας, κλίματος, κόστους εργασίας), το οποίο η συμφωνία αξιοποιεί μειώνοντας δραστικά τους δασμούς εισαγωγής. Για την Ελλάδα, συγκεκριμένοι κλάδοι χαρακτηρίστηκαν ως υψηλού κινδύνου: το ρύζι, το μέλι, ο βοδινός κρέας, το καλαμπόκι, τα πουλερικά, αλλά και ορισμένα φρούτα (π.χ. λεμόνια, σταφύλια) όπου οι εισαγωγές από Mercosur θα μπορούσαν να εκτοπίσουν την εγχώρια παραγωγή. Η συμφωνία προβλέπει, για παράδειγμα, ότι η ΕΕ θα δέχεται 60.000 τόνους ρυζιού χωρίς δασμό από τις χώρες Mercosur σταδιακά. Αν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβεβαιώνει ότι αυτές οι ποσότητες αντιστοιχούν σε μικρό κλάσμα της ευρωπαϊκής κατανάλωσης, η ψυχολογική και πραγματική επίδραση στις ευάλωτες περιοχές είναι μεγάλη.

Στην Ελλάδα, η ανακοίνωση της συμφωνίας πυροδότησε μαζικές αγροτικές κινητοποιήσεις. Ήδη από τα τέλη 2025, χιλιάδες Έλληνες αγρότες έβγαλαν τα τρακτέρ στους δρόμους – από τα Τέμπη μέχρι τους μεθοριακούς σταθμούς, πραγματοποιώντας αποκλεισμούς σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Οι παραγωγοί εκφράζουν έντονο αίσθημα ανασφάλειας: όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ένας ρυζοκαλλιεργητής στη Χαλάστρα Θεσσαλονίκης, ήδη παλεύουν με φθηνότερο ρύζι από Ασία και πουλούν στη μισή τιμή από πέρσι, οπότε «τώρα που θα φέρουν και ρύζι από τη Mercosur, θα πρέπει να τα παρατήσουμε όλα». Αυτή η φράση συμπυκνώνει τον φόβο ότι η συμφωνία θα οδηγήσει σε κύμα εγκατάλειψης της γεωργίας σε ορισμένες περιοχές. Ήδη, σύμφωνα με τοπικούς συνεταιρισμούς, αρκετοί παραγωγοί ρυζιού εγκαταλείπουν τα χωράφια τους και αναζητούν άλλη δουλειά, ενώ όσοι μένουν σκέφτονται να στραφούν σε άλλες καλλιέργειες (πράγμα δύσκολο σε μονοκαλλιεργητικές περιοχές όπως ο κάμπος του Αξιού). Δημιουργείται έτσι ο κίνδυνος μιας κοινωνικοοικονομικής κρίσης στην ύπαιθρο: η απώλεια εισοδήματος σε συνδυασμό με τα ήδη αυξημένα κόστη παραγωγής (ενέργεια, λιπάσματα) εντείνει το αίσθημα αδικίας και εγκατάλειψης. Η συμφωνία λειτουργεί σαν καθρέφτης που μεγεθύνει το ανταγωνιστικό μειονέκτημα: αναδεικνύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι δασμοί, αλλά και ότι ο ελληνικός τομέας δεν έχει τον βαθμό εκσυγχρονισμού για να αντιπαρατεθεί επί ίσοις όροις με μεγα-εκμεταλλεύσεις της Βραζιλίας ή της Αργεντινής. Σε αυτές, η παραγωγικότητα ανά στρέμμα και εργαζόμενο είναι υψηλότερη και το κόστος μονάδας χαμηλότερο, εν μέρει χάρη στην τεχνολογία (π.χ. Βραζιλιάνικες φάρμες σόγιας με αυτοματοποιημένους εξοπλισμούς και αεροψεκασμούς ακριβείας, Αργεντίνικα feedlots με συστήματα AI για βέλτιστη διατροφή βοοειδών κ.ο.κ.).

Για την Ελλάδα – και άλλες νότιες/ανατολικές χώρες με παρόμοιες αδυναμίες – η Mercosur λειτουργεί σαν ένα “stress test” που δοκιμάζει την αντοχή ενός μη εκσυγχρονισμένου συστήματος σε περιβάλλον ελεύθερου εμπορίου. Ουσιαστικά, μετατρέπει ένα χρόνιο τεχνικό μειονέκτημα (χαμηλή παραγωγικότητα, τεχνολογικό χάσμα) σε επείγον πολιτικό διακύβευμα: τι θα απογίνουν οι αγρότες μας; Οι Έλληνες παραγωγοί βλέπουν την προοπτική να συρρικνώνεται περαιτέρω το εισόδημά τους και ζητούν μέτρα προστασίας ή προσαρμογής. Το κράτος, που υπερψήφισε τη συμφωνία προσδοκώντας εμπορικά οφέλη (πρόσβαση ελληνικών ΠΟΠ προϊόντων σε 270 εκατ. καταναλωτές της Mercosur και ρήτρες ασφαλείας για αθρόες εισαγωγές), βρίσκεται αντιμέτωπο με πιέσεις να ενισχύσει τα ευάλωτα στρώματα. Η κατάσταση θυμίζει όσα συνέβησαν στη Γαλλία ή την Ιρλανδία – χώρες με ισχυρότερη αγροτική φωνή – που αντιστάθηκαν πολιτικά στη Mercosur ακριβώς φοβούμενες κοινωνική έκρηξη στην ύπαιθρο. Στην ελληνική περίπτωση, όπου η αγροτική παραγωγή είναι μικρό ποσοστό του ΑΕΠ (3-4%) αλλά απασχολεί ακόμα πάνω από 11% του εργατικού δυναμικού, η σημασία είναι κυρίως κοινωνική και εθνικά στρατηγική: ο αγροτικός τομέας είναι συνδεδεμένος με την περιφερειακή συνοχή, την διατροφική αυτάρκεια και την παράδοση. Μια μαζική έξοδος από το επάγγελμα λόγω ασφυκτικού ανταγωνισμού θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις – ερήμωση της υπαίθρου, περαιτέρω αστικοποίηση, αύξηση εξάρτησης από εισαγωγές.

Εν τέλει, η συμφωνία Mercosur αναδεικνύει με δραματικό τρόπο ότι η ανταγωνιστικότητα πλέον ταυτίζεται με την τεχνολογική ετοιμότητα. Χώρες όπως η Ολλανδία με “ultra-productive” μοντέλα βλέπουν το ελεύθερο εμπόριο ως φυσικό βήμα (οι Ολλανδοί αγρότες ούτε καν διαμαρτυρήθηκαν για τη Mercosur, θεωρώντας τη αναμενόμενη και διαχειρίσιμη), ενώ χώρες σαν την Ελλάδα το βλέπουν ως απειλή επιβίωσης. Πρόκειται για μια νέα μορφή ανισότητας εντός της ΕΕ: το digital gap μετατρέπεται σε development gap, που μπορεί να έχει πολιτικές συνέπειες. Ήδη το ελληνικό αγροτικό κίνημα, σε συντονισμό και με άλλες χώρες, πιέζει την ΕΕ για αντιστάθμισες (ρήτρες διασφάλισης, ενισχύσεις προσαρμογής). Όμως, πέρα από βραχυπρόθεσμα μέτρα, το πραγματικό δίδαγμα του “stress test” Mercosur είναι ότι η Ελλάδα (και όσοι βρίσκονται σε παρόμοια θέση) οφείλει να επιταχύνει άμεσα τον θεσμικό και ψηφιακό εκσυγχρονισμό του αγροτικού της τομέα. Σε διαφορετική περίπτωση, το παραγωγικό έλλειμμα θα συνεχίσει να διευρύνεται και κάθε νέα εξωτερική πρόκληση – είτε εμπορική συμφωνία, είτε κλιματική κρίση – θα μετατρέπεται σε κρίση επιβίωσης της αγροτικής τάξης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται κοινωνικά και πολιτικά.

🌽
Τα βάρη των αγροτών αφορούν τον μέσο και κάθε Έλληνα

Υπάρχει ένας λόγος που οι αγροτικές κρίσεις επιστρέφουν διαρκώς στην πολιτική ατζέντα. Η ύπαιθρος δεν είναι ένας μικρός κλάδος που “μπορεί να χαθεί” χωρίς συνέπειες. Είναι οικονομική γεωγραφία, κοινωνική συνοχή, περιφερειακή ισορροπία, διατροφική ασφάλεια, πολιτισμική συνέχεια.

Όταν ο αγροτικός κόσμος πιέζεται, δεν μετακινείται μόνο ένα εισόδημα. Μετακινείται μια ζωή. Μετακινείται μια περιοχή. Μετακινείται μια γενιά. Σε μελέτες και ρεπορτάζ για την Ελλάδα, η εικόνα περιλαμβάνει γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, και αίσθηση ότι κάθε νέα εξωτερική πίεση προστίθεται σε μια ήδη δύσκολη πραγματικότητα.

Στον πυρήνα υπάρχει ένα ερώτημα ικανότητας:
Πόσο γρήγορα μπορεί μια χώρα να οργανωθεί ώστε η τεχνολογία να γίνει καθημερινή ικανότητα, και όχι εξαίρεση;

Αυτό είναι το ερώτημα που θα καθορίσει πώς θα “πέσουν” οι επόμενες εμπορικές, κλιματικές και γεωπολιτικές αλλαγές πάνω στην ελληνική ύπαιθρο.

Τα τρακτέρ μπορεί να κάνουν θόρυβο στην εθνική, μετά τις κινοτποιήσεις όμως μένει η σιωπή της απόφασης. Θα μείνω; Θα φύγω; Θα αλλάξω καλλιέργεια; Θα ρισκάρω μια επένδυση; Θα βρω τρόπο να συνεργαστώ; Θα περιμένω; Σε αυτό το σημείο, η τεχνολογία παύει να είναι “εργαλείο” και γίνεται ερώτημα ικανότητας ενός συστήματος να μαθαίνει.

Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ρυθμούς: τον ρυθμό με τον οποίο ο διεθνής ανταγωνισμός ανεβάζει κατώφλι με δεδομένα, και τον ρυθμό με τον οποίο το ελληνικό σύστημα μπορεί να διαχέει γνώση, να οργανώνει συνεργασία, να δίνει σταθερότητα και να επιτρέπει επενδύσεις. Η Mercosur απλώς συμπιέζει τον χρόνο, και κάνει το readiness gap να φαίνεται χωρίς φίλτρα. Το ερώτημα αφορά όλους, επειδή αφορά το πώς μια χώρα κρατάει παραγωγή, ανθρώπους και συνοχή, σε έναν κόσμο που ανταμείβει την ταχύτητα μάθησης.

Εν κατακλείδι

Οι αγροτικές κινητοποιήσεις μοιάζουν συχνά με μάχη για το παρόν. Στην πραγματικότητα είναι μάχη για ρυθμό. Για ρυθμό προσαρμογής, για ρυθμό μάθησης, για ρυθμό μετάβασης σε έναν κόσμο όπου η παραγωγικότητα δεν βγαίνει μόνο από κόπο, βγαίνει από δεδομένα, οργάνωση και θεσμούς.

Η ΕΕ–Mercosur φέρνει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό πιο κοντά. Η τεχνητή νοημοσύνη ανεβάζει το κατώφλι ανταγωνισμού. Η Ελλάδα καλείται να καλύψει χρόνια καθυστέρησης σε συνθήκες πίεσης.

Και αυτό, τελικά, είναι μια ιστορία που ξεκινάει με τρακτέρ, περνάει από εμπορικές διαπραγματεύσεις, και καταλήγει σε κάτι εξαιρετικά πεζό: στην ικανότητα ενός συστήματος να κάνει τη γνώση πράξη, αρκετά γρήγορα ώστε να κρατήσει ανθρώπους στον τόπο τους.


Κύριες Πηγές:

  • managementjournal.usamv.ro
  • Agtech: Breaking down the farmer adoption dilemma | McKinsey
  • Mercosur trade deal will have uneven effects on EU countries
  • Big Data in Agriculture | Wikifarmer
  • AI-Ready Agriculture: How Knowledge Data Lakes Transform Farming with Smart Insights | Wikifarmer
  • Case Study: An Agricultural Data Cooperative for Farmers and ...
  • The Agricultural Cooperative Extension System: An Overview | Congress.gov | Library of Congress
  • Enhancing AKIS in Greece: Pathways to Innovation and Collaboration
  • The digitalisation of agriculture | OECD
  • SEGES Innovation | Connect and explore latest solutions
  • Precision Agriculture - Danish Farmers Lead the Way
  • Policies for the future of farming and food in the Netherlands (EN)
  • Greece AKIS | Updates on the different AKIS – modernAKIS
  • Greek rice growers fear Mercosur deal will price them out of business | Reuters
  • OECD (2022), “The digitalisation of agriculture”: Πολιτικό έγγραφο που συνοψίζει τα ευρήματα για την ψηφιακή γεωργία. Αναφέρει κοινούς φραγμούς υιοθέτησης (κόστος, δυσπιστία, έλλειψη δεξιοτήτων) και τονίζει τον ρόλο των κυβερνήσεων ως μεσολαβητών γνώσης και διευκολυντών ανταλλαγής δεδομένων σε ασφαλή οικοσυστήματα. Προτείνει επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο και βελτίωση πληροφόρησης για τα οφέλη, ώστε να αρθούν τα “μποτιλιαρίσματα” στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.
  • Tóth et al. (2025), “Digital transformation in agriculture: Hungary, Romania, Greece” (Scientific Papers Series): Ακαδημαϊκή συγκριτική μελέτη που εξετάζει πολιτικές και υιοθέτηση ευφυούς γεωργίας. Βρίσκει σημαντικές διαφορές: ~23% των γεωργών στην Ουγγαρία έχουν υιοθετήσει γεωργία ακριβείας, ~10% στη Ρουμανία και μόλις ~5% στην Ελλάδα. Επισημαίνει δομικά κενά στις Βαλκανικές χώρες όπως η Ελλάδα: ανεπαρκείς ψηφιακές δεξιότητες στις αγροτικές περιοχές, κατακερματισμένα οικοσυστήματα καινοτομίας και ασυνέργεια εκπαίδευσης-αγοράς εργασίας στον αγροτεχνολογικό τομέα. Τα ευρήματα αυτά τεκμηριώνουν το χαμηλό επίπεδο ετοιμότητας και την ανάγκη συστημικών παρεμβάσεων.
  • Food Nation Denmark (2024), “Danish farmers lead the way in precision agriculture”: Δελτίο που παρουσιάζει επίσημα στατιστικά της Δανίας (από Στατιστική Υπηρεσία Δανίας). Δείχνει ταχύτατη υιοθέτηση τεχνολογιών ακριβείας: 71% της έκτασης καλλιεργείται με RTK-GPS υψηλής ακρίβειας, ενώ 33% των αγροτών χρησιμοποιούν drones/δορυφορικά δεδομένα στις αποφάσεις τους. Ξεχωρίζει η νέα γενιά: >55% των κάτω των 40 ετών αξιοποιούν συστήματα καθοδήγησης GPS (αύξηση 26% μέσα σε 4 χρόνια). Τα στοιχεία καταδεικνύουν το προβάδισμα της Δανίας στην πρακτική ενσωμάτωση εργαλείων ψηφιακής γεωργίας, χάρη σε θεσμούς και κουλτούρα καινοτομίας.
  • McKinsey & Company (2022), “Agtech: Breaking down the farmer adoption dilemma” (Global farmer survey): Έρευνα σε 5.500 γεωργούς παγκοσμίως. Διαπιστώνει ότι η Ευρώπη/Β.Αμερική ηγούνται στην υιοθέτηση του AgTech, αν και με διακυμάνσεις ανά χώρα. Σημαντικό εύρημα: η Ολλανδία εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό χρήσης εξοπλισμού γεωργίας ακριβείας (33%) μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών της έρευνας. Επιβεβαιώνει έτσι την εικόνα της Ολλανδίας ως “πρωταθλητή” στην τεχνολογική ενσωμάτωση. Επίσης, αναφέρει ότι συνολικά ~21% των Ευρωπαίων αγροτών χρησιμοποιούν hardware ακριβείας και ~61% σκοπεύουν να υιοθετήσουν τουλάχιστον ένα agtech προϊόν στα επόμενα δύο χρόνια, με το κόστος και την πολυπλοκότητα να αποτελούν τα κύρια εμπόδια στην ΕΕ.
  • Le Monde (2026), “Mercosur trade deal will have uneven effects on EU countries”: Εκτενές δημοσιογραφικό άρθρο με συγκριτική ματιά σε Ολλανδία, Ιταλία, Ελλάδα, Ιρλανδία ενόψει της συμφωνίας Mercosur. Για την Ολλανδία, περιγράφει πώς έγινε “ο παγκόσμιος υπερ-παραγωγός” μέσω υπερ-εντατικών πρακτικών και συμμαχίας παραγωγών-βιομηχανίας-τεχνολογίας. Τεχνολογικές καινοτομίες όπως θερμοκήπια με γεωθερμία, drones, αυτόνομα τρακτέρ και αυτοματοποιημένη συγκομιδή αναφέρονται ως κλειδιά του ολλανδικού “οικοσυστήματος υψηλής παραγωγικότητας”. Για την Ελλάδα, το άρθρο είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό: «Ο αγροτικός τομέας έχει ρημάξει. Αν δεν ληφθούν μέτρα, δεν θα μείνει κανείς αγρότης σ’ αυτή τη χώρα», δηλώνει Έλληνας βαμβακοπαραγωγός διαδηλωτή. Παρουσιάζει στοιχεία ότι 88% των αγροτών είναι μικροί παραγωγοί και 74% των φαρμών <5 εκτάρια, συγκριτικά με 17 εκτάρια μ.ό. ΕΕ. Επισημαίνει ότι η κατάσταση αυτή εμποδίζει τις οικονομίες κλίμακας, την απορρόφηση κόστους και τον εκσυγχρονισμό, με συνέπεια χαμηλή παραγωγικότητα και ανεπαρκή εισοδήματα. Αναφέρει επίσης τον γήρανση του αγροτικού πληθυσμού στην Ελλάδα (37% άνω των 65 ετών) και τη μαζική έξοδο ~33.000 νέων αγροτών 2016-2020. Τέλος, αναλύει την αντίδραση των Ελλήνων αγροτών στη Mercosur: οι κλάδοι μελισσοκομίας, ρυζιού, κρέατος, καλαμποκιού, πουλερικών, κρασιού κ.α. κινδυνεύουν και οι αγρότες βλέπουν τη συμφωνία ως “βαρύ πλήγμα” σε έναν ήδη παλεύοντα τομέα. Το Le Monde προσφέρει έτσι θεσμικά τεκμήρια και ποσοτικά στοιχεία για το ελληνικό χάσμα και τη μετατροπή του σε κοινωνικό ζήτημα.
  • Reuters (2026), “Greek rice growers fear Mercosur deal will price them out of business”: Ρεπορτάζ από την Ελλάδα με μαρτυρίες παραγωγών. Τεκμηριώνει την άμεση αγωνία: Έλληνας ρυζοκαλλιεργητής δηλώνει πως ήδη πουλά στη μισή τιμή λόγω ανταγωνισμού και «τώρα που θα φέρουν ρύζι από τη Mercosur, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε». Αναφέρει ότι η συμφωνία (που εγκρίθηκε από την Ελλάδα) θα φέρει 60.000 τόνους αδασμολόγητου ρυζιού από τη Ν. Αμερική σε 5 χρόνια. Η Κομισιόν λέει ότι αυτό είναι μικρό μέρος της κατανάλωσης, αλλά παρ’ όλα αυτά πολλοί ρυζοπαραγωγοί έχουν ήδη εγκαταλείψει χωράφια και μηχανήματα για να βρουν άλλες δουλειές σύμφωνα με τον επικεφαλής συνεταιρισμού στη Χαλάστρα. Το ρεπορτάζ καταγράφει ότι οι Έλληνες αγρότες μπλόκαραν δρόμους για εβδομάδες διαμαρτυρόμενοι για την καθυστέρηση ενισχύσεων και προειδοποιώντας για την επίπτωση της συμφωνίας. Η ανθρωποκεντρική αυτή μαρτυρία δίνει ζωντάνια στα στατιστικά, δείχνοντας πώς η τεχνολογική υστέρηση + εμπορική πίεση = πιθανή κρίση επιβίωσης για τους αγρότες.

Subscribe to EconScope by The Agora Review

Don’t miss out on the latest issues. Sign up now to get access to the library of members-only issues.
jamie@example.com
Subscribe